to be a συκοφάντης 1, παππῷος ὁ βίος συκοφαντεῖν ἐστί μοι Ar. Av. 1452, cf. Ach. 828, Ec. 562, al., Lys. 22.1, Isoc. 15.23, 21.5, al., D. 53.1, 55.1, al., Men. Epit. 1, al.; ς κατʼ ἀγοράν Diph. 32.16: c. acc. pers., prosecute vexatiously, blackmail, συκοφαντεῖς τοὺς ξένους; Ar. Av. 1431, cf. V. 1096 (lyr.); τοὺς συμμάχους Isoc. 15.318; ἑτέρους ἔσειε καὶ ἐσυκοφάντει Antipho 6.43; σ. τοὺς τὰς οὐσίας ἔχοντας Arist. Pol. 1304b22, cf. Lys. 19.9 ( Pass.); συκοφαντοῦμαι νῦν ὑπʼ αὐτῶν ἀδίκως Id. Fr. 43, cf. X. Oec. 11.21, Thphr. Char. 23.4; ἰδόντες . . σε ὑπὸ Δημέου συκοφαντούμενον PMich.Zen. 57.2 (iii B.C.), cf. PCair.Zen. 212.4, 628.3 (iii B.C.), CPR 232.3 (ii/iii A.D.); freq. of blackmail by officials, PTeb. 43.26, 789.21 (ii B.C.), UPZ 112i4, 113.10, 16 (ii B.C.); συκοφαντῆσαι ἡμᾶς καὶ διασεῖσαι BGU 1756.11 (i B.C.); μηδένα διασείσητε μηδὲ συκοφαντήσητε Ev.Luc. 3.14, cf. CPR 238.6 (ii A.D.), PFlor. 382.57 (iii A.D.); τοῦ συκοφαντῆσαι ἡμᾶς to seek occasion against us, oppress us, LXX Ge. 43.18; ὁ συκοφαντῶν πένητα ib. Pr. 14.31; accuse falsely, ταυτὶ γὰρ συκοφαντεῖσθαι τὸν Ἕκτορα ὑπὸ τοῦ Ὁμήρου that is a false charge brought against Hector by Homer, Philostr. Her. 12b; κύριε Γάϊε, συκοφαντούμεθα Ph. 2.598, cf. 1.145, D.C. 38.28, al.: c. acc. et gen., τὸν θεὸν ὀλιγωρίας Ael. Fr. 40: c. acc. rei, denounce as contraband, Μεγαρέων τὰ χλανίσκια Ar. Ach. 519; extort by false charges or threats, τριάκοντα μνᾶς Lys. 26.24; εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν Ev.Luc. 19.8: abs., Isoc. 18.10.