Scaife ATLAS

CTS Library / Εἰδύλλια

Εἰδύλλια (3.17)

urn:cts:greekLit:tlg0005.tlg001.perseus-grc2:3.17
Refs {'start': {'reference': '3.17', 'human_reference': 'Poem 3 Line 17'}}
Ancestors [{'reference': '3'}]
Children []
prev
plain textXML
next
ὅς με κατασμύχων καὶ ἐς ὀστίον ἄχρις ἰάπτει.

Tokens

ὅς 1 w 2
με 1 w 4
κατασμύχων 1 w 14
καὶ 1 w 17
ἐς 1 w 19
ὀστίον 1 w 25
ἄχρις 1 w 30
ἰάπτει 1 w 36

Dictionary Citations

LSJ

ἰάπτω
hurt, spoil ( = βλάπτω, Hsch.), ὡς ἂν μὴ κλαίουσα κατὰ χρόα καλὸν ἰάπτῃ mar her beauty, Od. 2.376, cf. 4.749; ναυτιλίην A.R. 2.875; of a spear, wound, pierce, τοῦ δʼ οὐ χρόα καλὸν ἴαψεν Q.S. 6.546; Ἔρως . . ὅς με κατασμύχων καὶ ἐς ὀστέον ἄχρις ἰάπτει Theoc. 3.17; βροτῶν, οὓς αὐτίκα γῆρας ἰάπτει AP 11.389 ( Lucill.); ἆ δειλὸς χαλεποῖς ἐνὶ πένθεσι γῆρας ἰάψει Q.S. 3.455; ἐπεὶ ἦ νύ με κῆδος ἰάπτει λευγαλέον ib. 481:— Pass., ὃς δὲ . . μελλόντων χάριν ἑὸν ἰάπτεται κέαρ B. Fr. 7.5; ἰάπτομαι ἄλγεσιν ἦτορ Mosch. 4.39; ὥς μοι περὶ θυμὸς ἰάφθη Theoc. 2.82. (Perh. cf. ἴπτομαι.)
κατασμύχω
burn with a slow fire, burn up, κατά τε σμῦξαι πυρὶ νῆας Il. 9.653: metaph., ὅς με κατασμύχων, of love, Theoc. 3.17:—in Pass., of a disappointed rival, waste away, Id. 8.90, cf. Phalar. Ep. 144.4; σεσηρός τι καὶ κατεσμυγμένον ὑποβλέπειν Hld. 7.21.