light, brightness, flame, πυρός Il. 19.366, al.; καιομένοιο πυρός, π. αἰθομένοιο, ib. 375, 8.563; ἐν σέλαϊ μεγάλῳ, without any word added, 17.739; δαΐδων σ. Od. 18.354, Hes. Sc. 275; σ. λάβρον Ἡφαίστου Pi. P. 3.39; ἀπὸ . . λάμπε γυίων σ. ὧτε πυρός B. 16.104; Ἥφαιστος . . λαμπρὸν ἐκπέμπων σ., of a beacon fire, A. Ag. 281, cf. 289; Ἡφαιστότευκτον, of a volcano, S. Ph. 986; καμίνου A. Fr. 281; ἐφέστιον σ. S. Tr. 607; of the heavenly bodies, σ. γένετʼ ἠΰτε μήνης Il. 19.374; ἁλίου σ. A. Eu. 926 (lyr.), S. El. 17, Ar. Av. 1711; of day light, καθαρὸν ἁμέρας σ. Pi. Fr. 142.4, cf. S. Aj. 856; πρὶν θεοῦ δῦναι σ. E. Supp. 469; τὸ σ. καὶ τὸ φῶς ταὐτόν Pl. Cra. 409b; lightning, flash of lightning, δαιόμενον σ. Il. 8.76, cf. Democr. 152; Διὸς σ. S. OC 95; σ. ἐκ τοῦ οὐρανοῦ Hdt. 3.28; meteor, Arist. Mu. 395a31; torchlight, h.Cer. 52, A.R. 4.808, cf. AP 9.46, etc., the flash of an angry eye, ἐξ ὀμμάτων ἤστραπτε γοργωπὸν σ. A. Pr. 358, cf. E. Cyc. 663 (so in Hom., ὄσσε λαμπέσθην ὡς εἴ τε πυρὸς σ. Il. 19.366; ὄσσε δεινὸν ὑπὸ βλεφάρων ὡς εἰ σ. ἐξεφάανθεν ib. 17): metaph. of love, Theoc. 2.134, cf. AP 12.93 ( Rhian.).