Scaife ATLAS

CTS Library / Εἰδύλλια

Εἰδύλλια (2.109)

urn:cts:greekLit:tlg0005.tlg001.perseus-grc2:2.109
Refs {'start': {'reference': '2.109', 'human_reference': 'Poem 2 Line 109'}}
Ancestors [{'reference': '2'}]
Children []
prev
plain textXML
next
κνυζεῦνται φωνεῦντα φίλαν ποτὶ ματέρα τέκνα·

Tokens

κνυζεῦνται 1 w 10
φωνεῦντα 1 w 18
φίλαν 1 w 23
ποτὶ 1 w 27
ματέρα 1 w 33
τέκνα 1 w 38

Dictionary Citations

LSJ

κνυζέομαι
whine, whimper, κνυζεῖσθαι ( v.l. - ᾶσθαι) S. OC 1571 (lyr.), cf. Theoc. 6.30; κυνηδὸν κνυζούμενον S. Fr. 722, cf. Ar. V. 977; of children, D.H. 1.79; ἐν ὕπνῳ κνυζεῦνται ( v.l. - ῶνται) φωνεῦντα φίλαν ποτὶ ματέρα τέκνα Theoc. 2.109:—also Act. κνυζῶ Poll. 5.64 ( κνύζω Anon. ap. Suid.), κνυζεῖ Opp. C. 1.507: κνυζάομαι (cf. supr.), Ael. NA 1.8, 11.14: κνύζομαι, Gal. 19.112, Hsch.; for Sophr. 53 v. κνυζόω.
σαίνω
wag the tail, fawn, ὅτʼ ἂν ἀμφὶ ἄνακτα κύνες . . σαίνωσι Od. 10.217; νόησε δὲ δῖος Ὀδυσσεὺς σαίνοντάς τε κύνας 16.6; σαίνεις δάκνουσα καὶ κύων λαίθαργος εἶ S. Fr. 885; ἡ κύων ἔσηνε καὶ προσῆλθʼ Apollod.Com. 14.5: with the dat. added, οὐρῇ μέν ῥʼ ὅ γʼ ἔσηνε, of the dog Argus, Od. 17.302; σ. οὐρῇ τε καὶ οὔασι Hes. l.c.; ἔσαινεν οὐρᾷ με S. Fr. 687 ( ἔσαινεν οὐράν wagged his tail, Hemsterhuis, cf. Sch.rec. A. Th. 704, Sch.rec. Theoc. 2.109).