b
aor. subj. and ἄν, of future time, after primary tenses, ἐγὼ δὲ τὴν παροῦσαν ἀντλήσω τύχην ἔστʼ ἂν Διὸς φρόνημα λωφήσῃ χόλου A. Pr. 378, cf. 697, Eu. 449 ; τῇδε μενέομεν ἔστʼ ἂν καὶ τελευτήσωμεν Hdt. 7.141, cf. 158 ; περιμένετε ἔστʼ ἂν ἐγὼ ἔλθω X. An. 5.1.4 ; ἔντε, ἕντε κʼ ἀποτείσῃ, IG 9(1).334.15, Schwyzer 323 B 44 (v/iv B. C.) ; ἕστε κε indef., until such time as.., Theoc. 5.22 ; χιμάρῳ δὲ καλὸν κρέας ἕστε κʼ ἀμέλξῃς Id. 1.6, cf. 6.32 ; also after historical tenses, ἐδέοντο Εὐρυβιάδεω προσμεῖναι ἔστʼ ἂν αὐτοὶ τέκνα τε καὶ τοὺς οἰκέτας ὑπεκθέωνται Hdt. 8.4, cf. X. HG 3.1.15, An. 4.5.28 : retained in orat. obliq., αὐτὸς ἔφη παραμενεῖν ἔστʼ ἂν τοὺς βότρυς ποιήσωσι γλεῦκος Longus 4.5: ἄν omitted, ἀρήγετʼ ἔστʼ ἐγὼ μόλω S. Aj. 1183 ; cf. ἄν (A) B.I.2.
II
Theoc. 1.6, Epigr. 6.3, AP 6.157 ( Theodorid.), 9.403 ( Maec.). (Cogn. with χεῖμα, χειμών, lit. ‘one winter old’, cf. Lat. bīmus (fr. *bǐ-hǐmus, cf. Skt. himás ‘winterʼ).)