II
Comp. φέρτερος, α, ον, braver, better, of persons, πολὺ φ. Il. 4.56, etc.: c. dat. modi, βίῃ καὶ χερσὶ καὶ ἔγχεϊ φ. 3.431, cf. Od. 6.6; φ. οὐκ ὀλίγον ἔγχει Il. 19.217: c. inf., θεοὶ . . φέρτεροί εἰσι νοῆσαι Od. 5.170; φ. γόνος πατρός Pi. I. 8(7).35; παῖδα φ. πατρός A. Pr. 768: of things, ἀγών, νόστος, Pi. O. 1.7, P. 1.35; πολὺ φέρτερόν ἐστιν ʼtis much better, Il. 1.169; τί φ. ἢ . . c. inf., B. 4.18: c. inf., Od. 12.109, 21.154; εἰς τὸ φ. τίθει τὸ μέλλον E. Hel. 346 (lyr.). Adv., τέττιγος φέρτερον ᾄδεις Theoc. 1.148. (From root φερ- ‘bring’, ‘produceʼ: ἀπὸ τοῦ φέρειν βέλτιον Hsch.)