LSJ
II
Subst. γεώλοφος, ὁ, hill, hillock, X. Cyr. 3.3.28 codd., Plb. 1.75.4, Ph. 1.191; γεώλοφον, τό, Theoc. 1.13, Numen. ap. Ath. 7.305a.
tamarisk (in Greece, Tamarix tetrandra; in Egypt, Tamarix articulata), θῆκεν ἀνὰ μυρίκην [ῐ] Il. 10.466; μυρίκης ἐριθηλέας ὄζους ib. 467; δόρυ . . κεκλιμένον μυρίκῃσιν 21.18, cf. h.Merc. 81, Nic. Th. 612; but πτελέαι τε καὶ ἰτέαι ἠδὲ μυρῖκαι Il. 21.350, cf. Theoc. 1.13, 5.101, and Lat. myrīca; ἐκ μυρίκης πεποιημένη θύρη Hdt. 2.96; μυρίκης κλῶνα Alc. 119: pl., PCair.Zen. 383.16 (iii B. C.).
Ae
where, in dialects, Theoc. 1.13, 5.101, 103, IG 9(2).205.4 ( Melitea, iii B. C.), SIG 685.63, al. ( Cretan, ii B. C.), IG 12(1).736.5 ( Camirus), GDI 5597.8 ( Ephesus, iii B. C.).