διακονία VERB
Count: 1
ShortDef
the office of a διάκονος, service
Dictionaries
LSJ (διακονία)
Lexicon Thucydideum (διακονία)
Middle Liddell (διακονία)
Other Lemmas (only diacritic or part-of-speech differences)
διακονία
(NOUN)
708
διακονια
(NOUN)
1