πρός PREP
Count: 102,474
ShortDef
(w. gen.) from; (w. dat.) at, near, in addition to; (w. acc.) to, toward, regarding
Dictionaries
Cambridge Greek Lexicon (πρός)
LSJ (πρός)
Anabasis Mather (πρός)
Anabasis Mather (πρός)
Slater Pindar (πρός)
Cunliffe (Lex Entries) (πρός)
Cunliffe (Lex Entries) (πρός)
Cunliffe (Lex Entries) (πρός)
Middle Liddell (πρός)
Other Lemmas (only diacritic or part-of-speech differences)
πρός
(ADJ)
3
πρός
(CONJ)
2
προς
(ADV)
1
πρός
(ADV)
79
Πρός
(ADV)
2
πρός
(PTCL)
1
προς
(NOUN)
1
Πρός
(NOUN)
25
προς
(PREP)
12
πρός
(NOUN)
1