λαμπρότης VERB
Count: 1
ShortDef
brilliancy, splendour
Dictionaries
Cambridge Greek Lexicon (λαμπρότης)
LSJ (λαμπρότης)
Anabasis Mather (λαμπρότης)
Lexicon Thucydideum (λαμπρότης)
Middle Liddell (λαμπρότης)
Other Lemmas (only diacritic or part-of-speech differences)
λαμπρότης
(NOUN)
622