πλεῖστος ADJ
Count: 1
ShortDef
most, largest
Dictionaries
LSJ (πλεῖστος)
cunliffe_lex (πλεῖστος)
Middle Liddell (πλεῖστος)
Other Lemmas (only diacritic or part-of-speech differences)
Πλεῖστος
(NOUN)
8
Πλειστός
(NOUN)
2
πλειστός
(ADJ)
1