λαπαρός NOUN
Count: 4
ShortDef
slack, loose
Dictionaries
Cambridge Greek Lexicon (λαπαρός)
LSJ (λαπαρός)
Middle Liddell (λαπαρός)
Other Lemmas (only diacritic or part-of-speech differences)
λαπαρός
(ADJ)
40
λαπαρός
(ADV)
4
λαπαρός
(VERB)
5
λάπαρος
(NOUN)
2
λαπάρος
(ADJ)
2