θρεπτικός NOUN
Count: 3
ShortDef
promoting growth
Dictionaries
Cambridge Greek Lexicon (θρεπτικός)
LSJ (θρεπτικός)
Middle Liddell (θρεπτικός)
Other Lemmas (only diacritic or part-of-speech differences)
θρεπτικός
(ADJ)
712
θρεπτικός
(ADV)
4