θρεπτικός ADV

Count: 4

ShortDef

promoting growth

Dictionaries

Cambridge Greek Lexicon (θρεπτικός)
LSJ (θρεπτικός)
Middle Liddell (θρεπτικός)

Other Lemmas (only diacritic or part-of-speech differences)

θρεπτικός (ADJ) 712
θρεπτικός (NOUN) 3

Form List

form parse count
θρεπτικῶς INDECL 3
θρεπτικ INDECL 1