κατασκευαστικός ADV
Count: 5
ShortDef
fitted for providing
Dictionaries
Cambridge Greek Lexicon (κατασκευαστικός)
LSJ (κατασκευαστικός)
Other Lemmas (only diacritic or part-of-speech differences)
κατασκευαστικός
(ADJ)
212
κατασκευαστικός
(NOUN)
4
Form List
form | parse | count |
---|---|---|
κατασκευαστικῶς | INDECL | 5 |