περίφραγμα NOUN

Count: 37

ShortDef

an enclosure

Dictionaries

Cambridge Greek Lexicon (περίφραγμα)
LSJ (περίφραγμα)
Middle Liddell (περίφραγμα)

Other Lemmas (only diacritic or part-of-speech differences)

περίφραγμα (ADJ) 1

Form List

form parse count
περίφραγμα NOM.SG NEUT 7
περίφραγμα ACC.SG NEUT 5
περιφράγματος GEN.SG NEUT 6
περιφράγματι DAT.SG NEUT 3
περιπήγματι DAT.SG NEUT 1
περιφράγματα NOM.PL NEUT 2
περιφράγματα ACC.PL NEUT 5
περίφραγμα ACC.PL NEUT 1
περιφραγμάτων GEN.PL NEUT 2
περιφράγμασι DAT.PL NEUT 2
περιφράγμασιν DAT.PL NEUT 1
περιπήγμασι DAT.PL NEUT 1
περιφράγμαϲι DAT.PL NEUT 1