μερίς ADV
Count: 30
ShortDef
a part, portion, share, parcel
Dictionaries
Cambridge Greek Lexicon (μερίς)
LSJ (μερίς)
Middle Liddell (μερίς)
Other Lemmas (only diacritic or part-of-speech differences)
μερίς
(NOUN)
1,180
μερίς
(CONJ)
2
μέρις
(NOUN)
3
μερὶς
(NOUN)
1
μερίς
(PREP)
1
μερίς
(VERB)
2
μερίς
(ADJ)
2
μερις
(NOUN)
1
μερὶς
(NOUN)
1