προνοητικός ADV

Count: 23

ShortDef

provident, cautious, wary

Dictionaries

Cambridge Greek Lexicon (προνοητικός)
LSJ (προνοητικός)
Middle Liddell (προνοητικός)

Other Lemmas (only diacritic or part-of-speech differences)

προνοητικός (ADJ) 108

Form List

form parse count
προνοητικῶς INDECL 19
προνοητικῶϲ INDECL 3
Προνοητικῶς INDECL 1