ἀνδριαντοποιός NOUN

Count: 123

ShortDef

a statue-maker, statuary, sculptor

Dictionaries

Cambridge Greek Lexicon (ἀνδριαντοποιός)
LSJ (ἀνδριαντοποιός)
Slater Pindar (ἀνδριαντοποιός)
Middle Liddell (ἀνδριαντοποιός)

Other Lemmas (only diacritic or part-of-speech differences)

ἀνδριαντοποιός (ADJ) 35
ἀνδριαντοποιός (VERB) 1