συγγραφεύς NOUN

Count: 965

ShortDef

one who collects and writes down historic facts, an historian

Dictionaries

Cambridge Greek Lexicon (συγγραφεύς)
LSJ (συγγραφεύς)
Lexicon Thucydideum (συγγραφεύς)
Middle Liddell (συγγραφεύς)

Other Lemmas (only diacritic or part-of-speech differences)

συγγραφεύς (VERB) 5
συγγραφεύς (ADJ) 6

Form List

form parse count
συγγραφεὺς NOM.SG MASC 164
συγγραφεύς NOM.SG MASC 47
χρονογράφος NOM.SG MASC 4
συγγραφέας NOM.SG MASC 3
ϲυγγραφεὺϲ NOM.SG MASC 3
ϲυγγραφεύϲ NOM.SG MASC 2
ξυγγραφεὺς NOM.SG MASC 1
Συγγραφεύϲ NOM.SG MASC 1
συγραφεὺς NOM.SG MASC 1
συγγραφσὺς NOM.SG MASC 1
συγγραφέα ACC.SG MASC 44
ξυγγραφέα ACC.SG MASC 2
χρονογράφον ACC.SG MASC 1
ϲυγγραφέα ACC.SG MASC 1
συγγραφέως GEN.SG MASC 104
ϲυγγραφέωϲ GEN.SG MASC 2
συγγραφέα GEN.SG MASC 1
ξυγγραφέως GEN.SG MASC 1
συγγραφεῖ DAT.SG MASC 28
ϲυγγραφεῖ DAT.SG MASC 4
Συγγραφεῖϲ VOC.SG MASC 1
συγγραφέε NOM.DU MASC 1
συγγραφεῖς NOM.PL MASC 129
ϲυγγραφεῖϲ NOM.PL MASC 3
ξυγγραφεῖς NOM.PL MASC 1
Ξυγγραφεῖϲ NOM.PL MASC 1
ξυγγραφεῖϲ NOM.PL MASC 1
χρονογράφοι NOM.PL MASC 1
συγγραφεῖς ACC.PL MASC 34
συγγραφέας ACC.PL MASC 30
ξυγγραφέας ACC.PL MASC 3
ϲυγγραφέαϲ ACC.PL MASC 3
ϲυγγραφεῖϲ ACC.PL MASC 1
ξυγγραφέαϲ ACC.PL MASC 1
συγγραφέων GEN.PL MASC 241
ξυγγραφέων GEN.PL MASC 4
ϲυγγραφέων GEN.PL MASC 3
συγγραφεῦσι DAT.PL MASC 47
συγγραφεῦσιν DAT.PL MASC 35
χρονογράφοις DAT.PL MASC 3
ϲυγγραφεῦϲιν DAT.PL MASC 2
ξυγγραφεῦσιν DAT.PL MASC 2
ϲυγγραφεῦϲι DAT.PL MASC 1
συγγραφεὺσʼ NOM.SG FEM 1
ξυγγραφεῦ VOC.SG FEM 1