διακονία NOUN

Count: 708

ShortDef

the office of a διάκονος, service

Dictionaries

LSJ (διακονία)
Lexicon Thucydideum (διακονία)
Middle Liddell (διακονία)

Other Lemmas (only diacritic or part-of-speech differences)

διακονία (VERB) 1
διακονια (NOUN) 1

Form List

form parse count
διακονία NOM.SG FEM 77
διακονίαν ACC.SG FEM 321
Διακονίαν ACC.SG FEM 1
διακονίας GEN.SG FEM 193
διακονίαϲ GEN.SG FEM 3
Διακονίας GEN.SG FEM 1
διακονήσεως GEN.SG FEM 1
διακονίᾳ DAT.SG FEM 47
διακονίαι NOM.PL FEM 5
διακονίᾳ NOM.PL FEM 1
διακονίας ACC.PL FEM 31
διακονιῶν GEN.PL FEM 16
διακονίαις DAT.PL FEM 9
διακονίαιϲ DAT.PL FEM 1
διακονίαι VOC.PL FEM 1