κάματος NOUN

Count: 410

ShortDef

toil, trouble, labour

Dictionaries

LSJ (κάματος)
Slater Pindar (κάματος)
cunliffe_lex (κάματος)
Middle Liddell (κάματος)

Form List

form parse count
κάματος NOM.SG MASC 46
κάματός NOM.SG MASC 5
κάματον ACC.SG MASC 84
κάματόν ACC.SG MASC 7
καμάτου GEN.SG MASC 72
καμάτοιο GEN.SG MASC 33
καμάτῳ DAT.SG MASC 49
κάματοί NOM.PL MASC 2
κάματοι NOM.PL MASC 2
καμάτους ACC.PL MASC 15
καμάτως ACC.PL MASC 1
καμάτων GEN.PL MASC 61
καμάτοις DAT.PL MASC 17
καμάτοισιν DAT.PL MASC 10
καμάτοισι DAT.PL MASC 5
καμάτοισί DAT.PL MASC 1