μικρός NOUN
Count: 1
ShortDef
small, little
Dictionaries
LSJ (μικρός)
Anabasis Mather (μικρός)
Anabasis Mather (μικρός)
Slater Pindar (μικρός)
Cunliffe (Lex Entries) (μικρός)
Lexicon Thucydideum (μικρός)
Middle Liddell (μικρός)
Other Lemmas (only diacritic or part-of-speech differences)
μικρός
(ADJ)
12,537
μικρος
(ADJ)
2
Μικρός
(ADJ)
21
Μικρός
(NOUN)
1
μικρός
(ADV)
70
Μίκρος
(NOUN)
2