ταμία NOUN
Count: 67
ShortDef
a housekeeper, housewife
[controller, treasurer > ταμίας]
Dictionaries
LSJ (ταμία)
LSJ (ταμία)
Slater Pindar (ταμία)
Cunliffe (Lex Entries) (ταμία)
Middle Liddell (ταμία)