ὑπομαλακίζομαι VERB

Count: 1

ShortDef

to grow cowardly by degrees

Dictionaries

Cambridge Greek Lexicon (ὑπομαλακίζομαι)
LSJ (ὑπομαλακίζομαι)
Anabasis Mather (ὑπομαλακίζομαι)
Middle Liddell (ὑπομαλακίζομαι)

Form List

form parse count
ὑπομαλακιζομένους PRES MID ACC.PL MASC PTCP 1