προεξαμαρτάνω VERB

Count: 2

ShortDef

to do wrong before

Dictionaries

Cambridge Greek Lexicon (προεξαμαρτάνω)
LSJ (προεξαμαρτάνω)
Middle Liddell (προεξαμαρτάνω)

Form List

form parse count
προεξαμαρτόντες AOR ACT NOM.PL MASC PTCP 1
προεξαμαρτόντας AOR ACT ACC.PL MASC PTCP 1