κατακοινωνέω VERB

Count: 2

ShortDef

to give a share

Dictionaries

Cambridge Greek Lexicon (κατακοινωνέω)
LSJ (κατακοινωνέω)
Middle Liddell (κατακοινωνέω)

Form List

form parse count
κατακοινωνήσας AOR ACT NOM.SG MASC PTCP 1
κατακοινωνήσαντες AOR ACT NOM.PL MASC PTCP 1