πατροκασίγνητος NOUN

Count: 6

ShortDef

a father's brother

Dictionaries

LSJ (πατροκασίγνητος)
cunliffe_lex (πατροκασίγνητος)
Middle Liddell (πατροκασίγνητος)

Form List

form parse count
πατροκασίγνητος NOM.SG MASC 1
πατροκασίγνητον ACC.SG MASC 1
πατροκασιγνήτοιο GEN.SG MASC 2
πατροκασιγνήτῳ DAT.SG MASC 1
πατροκασιγνήτους ACC.PL MASC 1