διαγανάκτησις NOUN

Count: 2

ShortDef

great indignation

Dictionaries

Cambridge Greek Lexicon (διαγανάκτησις)
LSJ (διαγανάκτησις)
Middle Liddell (διαγανάκτησις)

Feminine

 SGDUPLTOTAL
NOM
ACC 1
GEN 1
DAT
VOC
TOTAL 1 1  

Form List

form parse count
διαγανακτήσεως GEN.SG FEM 1
διαγανακτήσεις ACC.PL FEM 1