αἰτιολογικός ADV

Count: 1

ShortDef

inquiring into causes

Dictionaries

LSJ (αἰτιολογικός)
Middle Liddell (αἰτιολογικός)

Other Lemmas (only diacritic or part-of-speech differences)

αἰτιολογικός (ADJ) 42
αἰτιολογικός (NOUN) 1

Form List

form parse count
αἰτιολογικῶς INDECL 1