χρεμετιστικὸν

Count: 2

NOM.SG NEUT χρεμετιστικός ADJ fond of neighing, able to neigh

Occurrences

Occurences coming soon.

Other Interpretations

χρεμετιστικὸν ACC.SG NEUT χρεμετιστικός ADJ 1

Other Forms With Same Analysis

χρεμετιστικόν NOM.SG NEUT χρεμετιστικός ADJ 3