χρονογράφοι

Count: 1

NOM.PL MASC συγγραφεύς NOUN one who collects and writes down historic facts, an historian

Occurrences

Occurences coming soon.

Other Interpretations

χρονογράφοι NOM.PL MASC συγγραφεύς ADJ 1

Other Forms With Same Analysis

συγγραφεῖς NOM.PL MASC συγγραφεύς NOUN 129
ϲυγγραφεῖϲ NOM.PL MASC συγγραφεύς NOUN 3
ξυγγραφεῖς NOM.PL MASC συγγραφεύς NOUN 1
Ξυγγραφεῖϲ NOM.PL MASC συγγραφεύς NOUN 1
ξυγγραφεῖϲ NOM.PL MASC συγγραφεύς NOUN 1