πολύποδέϲ

Count: 1

NOM.PL MASC πολύπους NOUN many-footed
octopus

Occurrences

Occurences coming soon.

Other Forms With Same Analysis

πολύποδες NOM.PL MASC πολύπους NOUN 11
πουλύποδες NOM.PL MASC πολύπους NOUN 7
πουλύποδές NOM.PL MASC πολύπους NOUN 2
Πουλύποδες NOM.PL MASC πολύπους NOUN 1