περίφραγμα

Count: 1

ACC.PL NEUT περίφραγμα NOUN an enclosure

Occurrences

Occurences coming soon.

Other Interpretations

περίφραγμα NOM.SG NEUT περίφραγμα NOUN 7
περίφραγμα ACC.SG NEUT περίφραγμα NOUN 5
περίφραγμα ACC.PL NEUT περίφραγμα ADJ 1

Other Forms With Same Analysis

περιφράγματα ACC.PL NEUT περίφραγμα NOUN 5