Διδάϲκαλον

Count: 1

VOC.SG MASC διδάσκαλος NOUN a teacher, master

Occurrences

Occurences coming soon.

Other Forms With Same Analysis

Διδάσκαλε VOC.SG MASC διδάσκαλος NOUN 62
διδάσκαλε VOC.SG MASC διδάσκαλος NOUN 36
διδάσκαλος VOC.SG MASC διδάσκαλος NOUN 4
Διδάσκαλἐ VOC.SG MASC διδάσκαλος NOUN 2
διδάσκαλον VOC.SG MASC διδάσκαλος NOUN 1