κακοποιῷ

Count: 1

PRES ACT 3SG SBJV κακοποιός VERB ill-doing, mischievous

Occurrences

Occurences coming soon.

Other Interpretations

κακοποιῷ DAT.SG MASC κακοποιός ADJ 3
κακοποιῷ DAT.SG FEM κακοποιός ADJ 1
κακοποιῷ DAT.SG NEUT κακοποιός ADJ 1