βοαχὺ

Count: 1

INDECL λεπτός ADV (husked, threshed) fine, thin, delicate, subtle

Occurrences

Occurences coming soon.

Other Forms With Same Analysis

λεπτῶς INDECL λεπτός ADV 95
λεπτοῦ INDECL λεπτός ADV 4
λεπτῇ INDECL λεπτός ADV 2
λεπτῶϲ INDECL λεπτός ADV 2
λεπτοτάτως INDECL λεπτός ADV 1
λεπτὸν INDECL λεπτός ADV 1
λεπτὴν INDECL λεπτός ADV 1
λεπτοῖϲ INDECL λεπτός ADV 1
σχρὰν INDECL λεπτός ADV 1