περιφράγμασιν

Count: 1

DAT.PL NEUT περίφραγμα NOUN an enclosure

Occurrences

Occurences coming soon.

Other Forms With Same Analysis

περιφράγμασι DAT.PL NEUT περίφραγμα NOUN 2
περιπήγμασι DAT.PL NEUT περίφραγμα NOUN 1
περιφράγμαϲι DAT.PL NEUT περίφραγμα NOUN 1