πληκτικός

Count: 1

NOM.SG FEM πληκτικός ADJ of, for, by striking, spearing

Occurrences

Occurences coming soon.

Other Interpretations

πληκτικός NOM.SG MASC πληκτικός ADJ 5

Other Forms With Same Analysis

πληκτικὴ NOM.SG FEM πληκτικός ADJ 4
πληκτική NOM.SG FEM πληκτικός ADJ 3