κακοποιοῦ

Count: 2

PRES MID 2SG IMP κακοποιός VERB ill-doing, mischievous

Occurrences

Occurences coming soon.

Other Interpretations

κακοποιοῦ GEN.SG MASC κακοποιός ADJ 17
κακοποιοῦ GEN.SG NEUT κακοποιός ADJ 3
κακοποιοῦ GEN.SG MASC κακοποιός NOUN 1
κακοποιοῦ PRES MID 2SG OPT κακοποιός VERB 1