ποδαγρικοῖς

Count: 2

DAT.PL MASC ποδαγρικός NOUN liable to gout, gouty

Occurrences

Occurences coming soon.

Other Interpretations

ποδαγρικοῖς DAT.PL MASC ποδαγρικός ADJ 18
ποδαγρικοῖς DAT.PL NEUT ποδαγρικός ADJ 12
ποδαγρικοῖς DAT.PL NEUT ποδαγρικός NOUN 2