Συκοφάντηϲ

Count: 2

NOM.SG MASC συκοφάντης NOUN a false accuser, slanderer

Occurrences

Occurences coming soon.

Other Forms With Same Analysis

συκοφάντης NOM.SG MASC συκοφάντης NOUN 89
Συκοφάντης NOM.SG MASC συκοφάντης NOUN 1
Faunus NOM.SG MASC συκοφάντης NOUN 1