συγκατάβασίς

Count: 2

NOM.SG FEM συγκατάβασις NOUN condescension

Occurrences

Occurences coming soon.

Other Forms With Same Analysis

συγκατάβασις NOM.SG FEM συγκατάβασις NOUN 12
Συγκατάβασις NOM.SG FEM συγκατάβασις NOUN 1