καιρίῳ

Count: 2

DAT.SG NEUT χειμέριος NOUN wintry, stormy

Occurrences

Occurences coming soon.

Other Interpretations

καιρίῳ DAT.SG MASC χειμέριος NOUN 10
καιρίῳ DAT.SG MASC χειμέριος ADJ 1
καιρίῳ DAT.SG FEM χειμέριος ADJ 1

Other Forms With Same Analysis

χειμερίῳ DAT.SG NEUT χειμέριος NOUN 2