καιρίοις

Count: 2

DAT.PL MASC χειμέριος NOUN wintry, stormy

Occurrences

Occurences coming soon.

Other Interpretations

καιρίοις DAT.PL NEUT χειμέριος ADJ 1
καιρίοις DAT.PL MASC χειμέριος ADJ 1
καιρίοις DAT.PL NEUT χειμέριος NOUN 1