περιφράγμασι

Count: 2

DAT.PL NEUT περίφραγμα NOUN an enclosure

Occurrences

Occurences coming soon.

Other Forms With Same Analysis

περιφράγμασιν DAT.PL NEUT περίφραγμα NOUN 1
περιπήγμασι DAT.PL NEUT περίφραγμα NOUN 1
περιφράγμαϲι DAT.PL NEUT περίφραγμα NOUN 1