περίφραγμα

Count: 5

ACC.SG NEUT περίφραγμα NOUN an enclosure

Occurrences

Occurences coming soon.

Other Interpretations

περίφραγμα NOM.SG NEUT περίφραγμα NOUN 7
περίφραγμα ACC.PL NEUT περίφραγμα NOUN 1
περίφραγμα ACC.PL NEUT περίφραγμα ADJ 1