πολυχρόνιον

Count: 5

NOM.SG NEUT πολυχρόνιος NOUN long-existing, of olden time, ancient

Occurrences

Occurences coming soon.

Other Interpretations

πολυχρόνιον ACC.SG FEM πολυχρόνιος ADJ 47
πολυχρόνιον ACC.SG NEUT πολυχρόνιος ADJ 27
πολυχρόνιον ACC.SG MASC πολυχρόνιος ADJ 26
πολυχρόνιον NOM.SG NEUT πολυχρόνιος ADJ 25
πολυχρόνιον ACC.SG NEUT πολυχρόνιος NOUN 2
πολυχρόνιον ACC.SG FEM πολυχρόνιος NOUN 1
πολυχρόνιον INDECL πολυχρόνιος ADV 1
πολυχρόνιον DAT.SG NEUT πολυχρόνιος ADJ 1