θαλαμηπόλος

Count: 8

NOM.SG FEM θαλαμηπόλος NOUN a chamber-maid, waiting maid

Occurrences

Occurences coming soon.

Other Interpretations

θαλαμηπόλος NOM.SG FEM θαλαμηπόλος ADJ 4
θαλαμηπόλος NOM.SG MASC θαλαμηπόλος ADJ 1
θαλαμηπόλος GEN.SG FEM θαλαμηπόλος NOUN 1

Other Forms With Same Analysis

θαλαμηπόλον NOM.SG FEM θαλαμηπόλος NOUN 8
θαλαμηπόλων NOM.SG FEM θαλαμηπόλος NOUN 1