μεγαλωσύνη

Count: 37

NOM.SG FEM μεγαλωσύνη NOUN greatness, majesty

Occurrences

Occurences coming soon.

Other Interpretations

μεγαλωσύνη AOR PASS 3SG IND μεγαλωσύνη VERB 1
μεγαλωσύνη FUT ACT 3PL IND μεγαλωσύνη VERB 1
μεγαλωσύνη VOC.SG FEM μεγαλωσύνη NOUN 1